Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρακόντειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με δράκο / δράκοντα, ανήκει, αναφέρεται σ' αυτόν, προέρχεται απ' αυτόν ή του μοιάζει Βικιλεξικό
    • «Γιάννη, Αδερφέ μου, Φιλάρα!» τον αγκάλιασε πασίχαρος με τα δρακόντεια χέρια του ο κουστουμαρισμένος κι απόλυτα αυτάρκης τώρα πια Πανάρετος. (Αλέξης Πάρνης, Ο άλλος Εμφύλιος, 2014 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%95%CE%BC%CF%86%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82/d331BQAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%B1%22&pg=PT267&printsec=frontcover)
  2. που έχει σχέση με το νομοθέτη της αρχαίας Αθήνας Δράκοντα Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάπολύ αυστηρός, σκληρός Βικιλεξικό
    • Δρακόντεια μέτρα ασφαλείας για βυζαντινή εικόνα: Μέτρα ασφαλείας που θυμίζουν ταινία του Τζέιμς Μποντ θα ληφθούν για τη μεταφορά της εικόνας «Η Σταύρωση του Χριστού» (14^(ου) αιώνα) από το Βυζαντινό Μουσείο της Αθήνας, όπου εκτίθεται σήμερα, στο ναό του Ελκόμενου Χριστού στη Μονεμβασιά, απ' όπου εκλάπη το 1979. (εφ. Ελευθεροτυπία, 27.08.2009)

Ετυμολογία

δρακόντειος < αρχαία ελληνική δρακόντειος < δράκων ((μεταφορικά): (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική draconien < αρχαία ελληνική Δράκων)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδρακόντειοςδρακόντειαδρακόντειο
Γενικήδρακόντειουδρακόντειαςδρακόντειου
Αιτιατικήδρακόντειοδρακόντειαδρακόντειο
Κλητικήδρακόντειεδρακόντειαδρακόντειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδρακόντειοιδρακόντειεςδρακόντεια
Γενικήδρακόντειωνδρακόντειωνδρακόντειων
Αιτιατικήδρακόντειουςδρακόντειεςδρακόντεια
Κλητικήδρακόντειοιδρακόντειεςδρακόντεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →