Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δραχμοδίαιτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου ζει με πενιχρά οικονομικά μέσα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δραχμοδίαιτος < δραχμή + -ο- + -δίαιτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραχμοδίαιτοςδραχμοδίαιτηδραχμοδίαιτο
Γενικήδραχμοδίαιτουδραχμοδίαιτηςδραχμοδίαιτου
Αιτιατικήδραχμοδίαιτοδραχμοδίαιτηδραχμοδίαιτο
Κλητικήδραχμοδίαιτεδραχμοδίαιτηδραχμοδίαιτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδραχμοδίαιτοιδραχμοδίαιτεςδραχμοδίαιτα
Γενικήδραχμοδίαιτωνδραχμοδίαιτωνδραχμοδίαιτων
Αιτιατικήδραχμοδίαιτουςδραχμοδίαιτεςδραχμοδίαιτα
Κλητικήδραχμοδίαιτοιδραχμοδίαιτεςδραχμοδίαιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →