Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρεπανοκυτταρικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου σχετίζεται με την δρεπανοκυττάρωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δρεπανοκυτταρικός < δρεπανοκύτταρο + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδρεπανοκυτταρικόςδρεπανοκυτταρικήδρεπανοκυτταρικό
Γενικήδρεπανοκυτταρικούδρεπανοκυτταρικήςδρεπανοκυτταρικού
Αιτιατικήδρεπανοκυτταρικόδρεπανοκυτταρικήδρεπανοκυτταρικό
Κλητικήδρεπανοκυτταρικέδρεπανοκυτταρικήδρεπανοκυτταρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδρεπανοκυτταρικοίδρεπανοκυτταρικέςδρεπανοκυτταρικά
Γενικήδρεπανοκυτταρικώνδρεπανοκυτταρικώνδρεπανοκυτταρικών
Αιτιατικήδρεπανοκυτταρικούςδρεπανοκυτταρικέςδρεπανοκυτταρικά
Κλητικήδρεπανοκυτταρικοίδρεπανοκυτταρικέςδρεπανοκυτταρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →