κύτταρο
•
- βιολογίαη δομική και λειτουργική μονάδα των ζώντων οργανισμών (με εξαίρεση τους ιούς) Βικιλεξικό
- Το κύτταρο είναι το πιο μικρό τμήμα κάθε ζώντος οργανισμού. Αποτελείται από μια μεμβράνη, το κυτταρόπλασμα και τον πυρήνα». Όλοι μάθαμε αυτό τον ορισμό στο σχολείο. Εδώ και λίγα χρόνια μόλις, μπορούμε να προσθέσουμε ότι «είναι επίσης ένα πολύπλοκο και καλά οργανωμένο εργοστάσιο». (Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, τόμος 9, Σχολή Μωραΐτη, 1986, σελ. 189)
- μεταφορικάκάθε βασική δομική μονάδα Βικιλεξικό
- Η οικογένεια είναι το κύτταρο της κοινωνίας.
- μεταφορικάτο πρωταρχικό στοιχείο Βικιλεξικό
- Το άρθρο του αυτό, όπως έγραψα αλλού (ΙΔΑΣ, έκδοση Γραμμάτων, 1916) είναι «το προσκέδιο, το πρόγραμμα, το πρώτο κύτταρο της κατοπινής του εργασίας. (Δ.Π. Ταγκόπουλος, στο Στην Πόλη, 1904)
Ετυμολογία
κύτταρο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύτταρον, ουδέτερο του κύτταρος (κελί κυψέλης) < άγνωστης ετυμολογίας : για τη σημασία για τη βιολογία: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cellule
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κύτταρο | κύτταρα |
| Γενική | κυττάρου / κύτταρου | κυττάρων |
| Αιτιατική | κύτταρο | κύτταρα |
| Κλητική | κύτταρο | κύτταρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →