Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δροσερός

/ðɾo.seˈɾos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει δροσιά Βικιλεξικό
  2. που προξενεί δροσιά Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάο φρέσκος, ο απαλός, ο τρυφερός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δροσερός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δροσερός < δρόσ(ος) + -ερός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδροσερόςδροσερήδροσερό
Γενικήδροσερούδροσερήςδροσερού
Αιτιατικήδροσερόδροσερήδροσερό
Κλητικήδροσερέδροσερήδροσερό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδροσεροίδροσερέςδροσερά
Γενικήδροσερώνδροσερώνδροσερών
Αιτιατικήδροσερούςδροσερέςδροσερά
Κλητικήδροσεροίδροσερέςδροσερά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →