δροσίζω
•
- κάνω κάτι δροσερό Βικιλεξικό
- προσφέρω μια αίσθηση δροσιάς Βικιλεξικό
- Με γλυκαίνει το ώριμο φρούτο και με δροσίζει το αγουρωπό (Μίλτος Πρωτογερέλλης, Τα ρέστα σας, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία, 2001, σελ. 19
- γίνομαι δροσερός Βικιλεξικό
- μεταφορικάικανοποιώ ή ανακουφίζω ψυχικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δροσίζω < αρχαία ελληνική δροσίζω < δρόσος
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δροσίζω | δροσίζεις | δροσίζει | δροσίζουμε | δροσίζετε | δροσίζουν / δροσίζουνε |
| Παρατατικός | δρόσιζα | δρόσιζες | δρόσιζε | δροσίζαμε | δροσίζατε | δροσίζαν / δροσίζανε / δρόσιζαν |
| Αόριστος | δρόσισα | δρόσισες | δρόσισε | δροσίσαμε | δροσίσατε | δροσίσαν / δροσίσανε / δρόσισαν |
| Μέλλοντας | θα δροσίζω / θα δροσίσω | θα δροσίζεις / θα δροσίσεις | θα δροσίζει / θα δροσίσει | θα δροσίζουμε / θα δροσίσουμε | θα δροσίζετε / θα δροσίσετε | θα δροσίζουν / θα δροσίζουνε / θα δροσίσουν / θα δροσίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δροσίσει | έχεις δροσίσει | έχει δροσίσει | έχουμε δροσίσει | έχετε δροσίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δροσίσει | είχες δροσίσει | είχε δροσίσει | είχαμε δροσίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δροσίσει / να δροσίζω / να δροσίσω | να έχεις δροσίσει / να δροσίζεις / να δροσίσεις | να έχει δροσίσει / να δροσίζει / να δροσίσει | να έχουμε δροσίσει / να δροσίζουμε / να δροσίσουμε | να έχετε δροσίσει / να δροσίζετε / να δροσίσετε | να δροσίζουν / να δροσίζουνε / να δροσίσουν / να δροσίσουνε |
| Προστακτική | — | δρόσιζε / δρόσισε | — | — | δροσίζετε / δροσίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →