δροσοβόλι
•
- λογοτεχνικόη εναπόθεση δροσιάς στα φυτά ή στο έδαφος Βικιλεξικό
- 19ος/20ός αιώνας ⌘ Κωστής Παλαμάς, 1859‑1943, ποιητική συλλογή Η ασάλευτη ζωή (1904) Φοινικιά, στίχ. 21 (17-22) @greek-language.gr @google.gr/books
- ⌘ Άγγελος Σικελιανός, 1884-1951, Δειλινά, στίχ. 11 (7-11), απόσπασμα από την ποιητική συλλογή Αλαφροΐσκιωτος, αρχική έκδοση: 1909.
Ετυμολογία
δροσοβόλι < δρόσ(ος) + -ο- + -βόλι (< βάλλω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δροσοβόλι | δροσοβόλια |
| Γενική | δροσοβολιού | δροσοβολιών |
| Αιτιατική | δροσοβόλι | δροσοβόλια |
| Κλητική | δροσοβόλι | δροσοβόλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →