δυναμική
•
- φυσικήεπιστημονικός κλάδος που μελετά τα αίτια της κίνησης των σωμάτων και τους σχετικούς νόμους Βικιλεξικό
- Υπερώνυμα: μηχανική
- μουσικήθεωρία που αφορά ένταση ενός ήχου Βικιλεξικό
- μεταφορικάοι κατάλληλες συνθήκες που επικρατούν και οδηγούν στην εξέλιξη των πραγμάτων προς κάποια κατεύθυνση Βικιλεξικό
- Η δυναμική του κινήματος για την προστασία του περιβάλλοντος οδήγησε σε αναθεώρηση των μέτρων προστασίας άγριας ζωής και χλωρίδας.
Ετυμολογία
δυναμική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dynamique < ελληνιστική κοινή δυναμική < θηλυκό του δυναμικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυναμική | δυναμικές |
| Γενική | δυναμικής | δυναμικών |
| Αιτιατική | δυναμική | δυναμικές |
| Κλητική | δυναμική | δυναμικές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →