δύναμη
•
- η σωματική ισχύς, η ρώμη Βικιλεξικό
- χρειάζεται αρκετή δύναμη για να ξεσφίξει το μπουλόνι
- η ικανότητα να κάνει κάποιος κάτι, να πετύχει κάτι Βικιλεξικό
- η ισχύς που δίνει η εξουσία, το αξίωμα Βικιλεξικό
- η ένταση Βικιλεξικό
- χτύπησε με δύναμη το χέρι του στο τραπέζι
- οργανωμένο σύνολο που ασκεί επιρροή και δρα στην κοινωνία ή την πολιτική Βικιλεξικό
- οι πολιτικές δυνάμεις
- χώρα με συνήθως ισχυρή πολιτική, στρατιωτική, οικονομική παρουσία στη διεθνή σκηνή Βικιλεξικό
- οι Μεγάλες Δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία) με τη στρατιωτική τους επέμβαση στο Ναβαρίνο έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους
- Οι εγγυήτριες δυνάμεις (το Ηνωμένο Βασίλειο, Τουρκία και Ελλάδα), εγγυήθηκαν να απαγορεύσουν την προώθηση "είτε της ένωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας με οποιοδήποτε άλλο κράτος, ή τη διχοτόμηση της νήσου". (από τη Βικιπαίδεια)
- ο στρατός, τα στρατεύματα Βικιλεξικό
- οι δυνάμεις του εχθρού υποχωρούν
- ισχυρές δυνάμεις του στρατού αναπτύσσονται...
- ο αριθμός των ατόμων που περιλαμβάνει ένα σύνολο Βικιλεξικό
- το 7ο Σὐνταγμα έχει δύναμη 800 ανδρών
- μαθηματικάτο γινόμενο του πολλαπλασιασμού ενός αριθμού με τον εαυτό του Βικιλεξικό
- γενικός συμβολισμός: xⁿ
- η ύψωση του 2 στην τέταρτη δύναμη (2Χ2Χ2Χ2 ή 2⁴ ή 2^4) μας δίνει το 16
- φυσικήτο φυσικό διανυσματικό μέγεθος που προκαλεί αλλαγή της κινητικής κατάστασης ή παραμόρφωση ενός φυσικού σώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δύναμη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δύναμ(ις) + -η
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δύναμη | δυνάμεις |
| Γενική | δύναμης | δυνάμεων |
| Αιτιατική | δύναμη | δυνάμεις |
| Κλητική | δύναμη | δυνάμεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →