Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυναστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τον δυνάστη και τη δυναστεία Βικιλεξικό
    • Αποτέλεσμα, ανελέητος θρησκευτικός–δυναστικός πόλεμος ανάμεσα στους «ευγενείς αδελφούς», που κράτησε πάνω από 40 χρόνια (1562–1604). (www.tovima.gr, 24.11.2008)

Ετυμολογία

δυναστικός < αρχαία ελληνική δυναστικός (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dynastique ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική dynastic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυναστικόςδυναστικήδυναστικό
Γενικήδυναστικούδυναστικήςδυναστικού
Αιτιατικήδυναστικόδυναστικήδυναστικό
Κλητικήδυναστικέδυναστικήδυναστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυναστικοίδυναστικέςδυναστικά
Γενικήδυναστικώνδυναστικώνδυναστικών
Αιτιατικήδυναστικούςδυναστικέςδυναστικά
Κλητικήδυναστικοίδυναστικέςδυναστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →