δυνάστης
•
- καταπιεστικός μονάρχης Βικιλεξικό
- Οι Αμερικανοί δυνάστες έβαλαν σε εφαρμογή αμέσως δύο φοβερά μέτρα. (Έλλη Αλεξίου (1974) Ερνέστο Γκεβάρα [δοκίμιο])
- κατ’ επέκτασητυραννικός άνθρωπος που καταδυναστεύει τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν και πάνω στους οποίους έχει κάποια μορφή εξουσίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυνάστης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δυνάστης (κυρίαρχος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυνάστης | δυνάστες |
| Γενική | δυνάστη | δυναστών |
| Αιτιατική | δυνάστη | δυνάστες |
| Κλητική | δυνάστη | δυνάστες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →