Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυσαναλογία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να είναι κάτι δυσανάλογο, να μην υπάρχει αναλογία Βικιλεξικό
    • Όπως είναι φανερό, η διαρθρωτική ανεργία δημιουργείται από τη δυσαναλογία προσφοράς και ζήτησης των διαφόρων ειδικεύσεων. Η μείωσή της απαιτεί επανεκπαίδευση των ανέργων, ώστε να αποκτήσουν τις ειδικεύσεις στις οποίες υπάρχει έλλειψη. (Θεόδωρος Π. Λιανός, Απλά μαθήματα οικονομίας, εκδ. Παπαζήσης, 2015)

Ετυμολογία

δυσαναλογία < δυσανάλογος + -ία (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική disproportion)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδυσαναλογίαδυσαναλογίες
Γενικήδυσαναλογίαςδυσαναλογιών
Αιτιατικήδυσαναλογίαδυσαναλογίες
Κλητικήδυσαναλογίαδυσαναλογίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →