Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανάλογος

/aˈna.lo.ɣos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που αυξάνεται ή μειώνεται κατά όμοιο ή αντίστροφο τρόπο με άλλο μέγεθος Βικιλεξικό
    • Η ταχύτητα και ο χρόνος στην ευθύγραμμη ομαλή κίνηση είναι ποσά αντιστρόφως ανάλογα.
  2. αντίστοιχος Βικιλεξικό
    • έξοδα ανάλογα με τα έσοδα
  3. κατάλληλος για την περίσταση Βικιλεξικό
    • παίρνω τα ανάλογα μέτρα
  4. παρόμοιος Βικιλεξικό
    • Βρίσκομαι σε ανάλογη θέση με σένα.

Ετυμολογία

ανάλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάλογος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική analogue < αρχαία ελληνική ἀνάλογος. Συγχρονικά αναλύεται σε ανά- + -λογος (ανά, λόγος)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάλογοςανάλογηανάλογο
Γενικήανάλογουανάλογηςανάλογου
Αιτιατικήανάλογοανάλογηανάλογο
Κλητικήανάλογεανάλογηανάλογο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανάλογοιανάλογεςανάλογα
Γενικήανάλογωνανάλογωνανάλογων
Αιτιατικήανάλογουςανάλογεςανάλογα
Κλητικήανάλογοιανάλογεςανάλογα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →