ανάλογος
•
- που αυξάνεται ή μειώνεται κατά όμοιο ή αντίστροφο τρόπο με άλλο μέγεθος Βικιλεξικό
- Η ταχύτητα και ο χρόνος στην ευθύγραμμη ομαλή κίνηση είναι ποσά αντιστρόφως ανάλογα.
- αντίστοιχος Βικιλεξικό
- έξοδα ανάλογα με τα έσοδα
- κατάλληλος για την περίσταση Βικιλεξικό
- παίρνω τα ανάλογα μέτρα
- παρόμοιος Βικιλεξικό
- Βρίσκομαι σε ανάλογη θέση με σένα.
Ετυμολογία
ανάλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνάλογος & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική analogue < αρχαία ελληνική ἀνάλογος. Συγχρονικά αναλύεται σε ανά- + -λογος (ανά, λόγος)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάλογος | ανάλογη | ανάλογο |
| Γενική | ανάλογου | ανάλογης | ανάλογου |
| Αιτιατική | ανάλογο | ανάλογη | ανάλογο |
| Κλητική | ανάλογε | ανάλογη | ανάλογο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανάλογοι | ανάλογες | ανάλογα |
| Γενική | ανάλογων | ανάλογων | ανάλογων |
| Αιτιατική | ανάλογους | ανάλογες | ανάλογα |
| Κλητική | ανάλογοι | ανάλογες | ανάλογα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →