Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυσεφάρμοστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νεολογισμόςπου δύσκολα εφαρμόζεται Βικιλεξικό
    • Σύμφωνα με τους ειδικούς πάντως, στην πράξη η αρχική ιδέα αποδεικνύεται εξαιρετικά δυσεφάρμοστη και έτσι και οι δύο εταιρείες προσανατολίζονται προς το πάντρεμα της ιδέας αυτής με την υπάρχουσα τεχνολογία με την οποία λειτουργούν οι μαγνητικές αμαξοστοιχίες τύπου maglev. (*)

Ετυμολογία

δυσεφάρμοστος < δυσ- + εφαρμόζω + -τος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσεφάρμοστοςδυσεφάρμοστηδυσεφάρμοστο
Γενικήδυσεφάρμοστουδυσεφάρμοστηςδυσεφάρμοστου
Αιτιατικήδυσεφάρμοστοδυσεφάρμοστηδυσεφάρμοστο
Κλητικήδυσεφάρμοστεδυσεφάρμοστηδυσεφάρμοστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσεφάρμοστοιδυσεφάρμοστεςδυσεφάρμοστα
Γενικήδυσεφάρμοστωνδυσεφάρμοστωνδυσεφάρμοστων
Αιτιατικήδυσεφάρμοστουςδυσεφάρμοστεςδυσεφάρμοστα
Κλητικήδυσεφάρμοστοιδυσεφάρμοστεςδυσεφάρμοστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →