εφαρμόζω
•
- αμετάβατοταιριάζω στην αναλογία, το σχέδιο ή την μορφή με κάτι άλλο Βικιλεξικό
- η βιβλιοθήκη εφάρμοσε ακριβώς στην εσοχή του τοίχου
- μεταβατικότοποθετώ κάτι πάνω σε κάτι άλλο, ώστε να εφάπτονται Βικιλεξικό
- πρέπει να εφαρμόσεις προσεκτικά το καπάκι στο στόμιο του δοχείου
- πραγματώνω, υλοποιώ μια θεωρία, ένα συλλογισμό κ.λπ Βικιλεξικό
- από φέτος θα εφαρμόσουμε νέα μέθοδο διδασκαλίας
- ειδικότεραχρησιμοποιώ, ασκώ Βικιλεξικό
- ο υπουργός εφάρμοσε ισχυρές πιέσεις στο ευρωπαϊκό συμβούλιο
Ετυμολογία
εφαρμόζω < αρχαία ελληνική ἐφαρμόζω < ἐπί + ἁρμόζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εφαρμόζω | εφαρμόζεις | εφαρμόζει | εφαρμόζουμε | εφαρμόζετε | εφαρμόζουν / εφαρμόζουνε |
| Παρατατικός | εφάρμοζα | εφάρμοζες | εφάρμοζε | εφαρμόζαμε | εφαρμόζατε | εφάρμοζαν / εφαρμόζαν / εφαρμόζανε |
| Αόριστος | εφάρμοσα | εφάρμοσες | εφάρμοσε | εφαρμόσαμε | εφαρμόσατε | εφάρμοσαν / εφαρμόσαν / εφαρμόσανε |
| Μέλλοντας | θα εφαρμόζω / θα εφαρμόσω | θα εφαρμόζεις / θα εφαρμόσεις | θα εφαρμόζει / θα εφαρμόσει | θα εφαρμόζουμε / θα εφαρμόσουμε | θα εφαρμόζετε / θα εφαρμόσετε | θα εφαρμόζουν / θα εφαρμόζουνε / θα εφαρμόσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εφαρμόσει | έχεις εφαρμόσει | έχει εφαρμόσει | έχουμε εφαρμόσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εφαρμόσει | είχες εφαρμόσει | είχε εφαρμόσει | είχαμε εφαρμόσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εφαρμόσει / να εφαρμόζω / να εφαρμόσω | να έχεις εφαρμόσει / να εφαρμόζεις / να εφαρμόσεις | να έχει εφαρμόσει / να εφαρμόζει / να εφαρμόσει | να έχουμε εφαρμόσει / να εφαρμόζουμε / να εφαρμόσουμε | να εφαρμόζετε / να εφαρμόσετε | να εφαρμόζουν / να εφαρμόζουνε / να εφαρμόσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εφαρμοσμένο / εφάρμοζε / εφάρμοσε | — | — | εφαρμόζετε / εφαρμόστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εφαρμόσουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →