δυσκολεύω
•
- μεταβατικόκάνω κάτι δυσκολότερο από όσο ήταν Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι πιο δύσκολος Βικιλεξικό
- η ανάβαση από αυτό το σημείο και μετά δυσκολεύει και πρέπει να προσέχεις
Ετυμολογία
δυσκολεύω < δύσκολος
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δυσκολεύω | δυσκολεύεις | δυσκολεύει | δυσκολεύουμε | δυσκολεύετε | δυσκολεύουν / δυσκολεύουνε |
| Παρατατικός | δυσκόλευα | δυσκόλευες | δυσκόλευε | δυσκολεύαμε | δυσκολεύατε | δυσκολεύαν / δυσκολεύανε / δυσκόλευαν |
| Αόριστος | δυσκόλεψα | δυσκόλεψες | δυσκόλεψε | δυσκολέψαμε | δυσκολέψατε | δυσκολέψαν / δυσκολέψανε / δυσκόλεψαν |
| Μέλλοντας | θα δυσκολέψω / θα δυσκολεύω | θα δυσκολέψεις / θα δυσκολεύεις | θα δυσκολέψει / θα δυσκολεύει | θα δυσκολέψουμε / θα δυσκολεύουμε | θα δυσκολέψετε / θα δυσκολεύετε | θα δυσκολέψουν / θα δυσκολέψουνε / θα δυσκολεύουν / θα δυσκολεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω δυσκολέψει | έχεις δυσκολέψει | έχει δυσκολέψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δυσκολέψει | είχες δυσκολέψει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δυσκολέψει / να δυσκολέψω / να δυσκολεύω | να έχεις δυσκολέψει / να δυσκολέψεις / να δυσκολεύεις | να έχει δυσκολέψει / να δυσκολέψει / να δυσκολεύει | να δυσκολέψουμε / να δυσκολεύουμε | να δυσκολέψετε / να δυσκολεύετε | να δυσκολέψουν / να δυσκολέψουνε / να δυσκολεύουν / να δυσκολεύουνε |
| Προστακτική | — | δυσκόλευε / δυσκόλεψε, / δυσκόλεψε, δυσκόλευ' | — | — | δυσκολέψτε, / δυσκολέψτε, δυσκολεύτε / δυσκολεύετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δυσκολεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →