Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δύσκολος

/ˈði.sko.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα Βικιλεξικό
  2. που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του Βικιλεξικό
  3. που δε γίνεται εύκολα κατανοητός Βικιλεξικό
  4. που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα, αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες Βικιλεξικό
  5. που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος για κάποιον/κάτι Βικιλεξικό
  6. που είναι γεμάτος προβλήματα και δυσχέρειες Βικιλεξικό
  7. που δεν μπορεί να θεραπευθεί εύκολα Βικιλεξικό
  8. για προβληματικές ενέργειες ή καταστάσεις Βικιλεξικό
  9. που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του Βικιλεξικό
  10. που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί με κάτι, που είναι πολύ λεπτόλογος σε κάθε επιλογή του. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δύσκολος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δύσκολος < αρχαία ελληνική δύσκολος < δύσ- + κόλον

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδύσκολοςδύσκοληδύσκολο
Γενικήδύσκολουδύσκοληςδύσκολου
Αιτιατικήδύσκολοδύσκοληδύσκολο
Κλητικήδύσκολεδύσκοληδύσκολο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδύσκολοιδύσκολεςδύσκολα
Γενικήδύσκολωνδύσκολωνδύσκολων
Αιτιατικήδύσκολουςδύσκολεςδύσκολα
Κλητικήδύσκολοιδύσκολεςδύσκολα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →