δύσκολος
•
- που δεν αντιμετωπίζεται εύκολα Βικιλεξικό
- που απαιτεί ιδιαίτερη προσπάθεια, δεξιότητες ή μόχθο για την επίτευξή του Βικιλεξικό
- που δε γίνεται εύκολα κατανοητός Βικιλεξικό
- που δεν παρουσιάζει κάποιο πλεονέκτημα, αλλά δημιουργεί πρόσθετα εμπόδια και δυσχέρειες Βικιλεξικό
- που δεν είναι κατάλληλος, που είναι απρόσφορος για κάποιον/κάτι Βικιλεξικό
- που είναι γεμάτος προβλήματα και δυσχέρειες Βικιλεξικό
- που δεν μπορεί να θεραπευθεί εύκολα Βικιλεξικό
- για προβληματικές ενέργειες ή καταστάσεις Βικιλεξικό
- που προξενεί προβλήματα, που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει κανείς εύκολα τον ιδιότροπο χαρακτήρα του Βικιλεξικό
- που δεν μπορεί εύκολα να ικανοποιηθεί με κάτι, που είναι πολύ λεπτόλογος σε κάθε επιλογή του. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δύσκολος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δύσκολος < αρχαία ελληνική δύσκολος < δύσ- + κόλον
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσκολος | δύσκολη | δύσκολο |
| Γενική | δύσκολου | δύσκολης | δύσκολου |
| Αιτιατική | δύσκολο | δύσκολη | δύσκολο |
| Κλητική | δύσκολε | δύσκολη | δύσκολο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσκολοι | δύσκολες | δύσκολα |
| Γενική | δύσκολων | δύσκολων | δύσκολων |
| Αιτιατική | δύσκολους | δύσκολες | δύσκολα |
| Κλητική | δύσκολοι | δύσκολες | δύσκολα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →