Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυσπρόσιτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δύσκολα τον προσεγγίζουμε, τον φτάνουμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυσπρόσιτος < αρχαία ελληνική δυσπρόσιτος < δυσ- + προσιτός < πρόσειμι < εἶμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ey-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσπρόσιτοςδυσπρόσιτηδυσπρόσιτο / δυσπρόσιτο'
Γενικήδυσπρόσιτουδυσπρόσιτηςδυσπρόσιτου
Αιτιατικήδυσπρόσιτοδυσπρόσιτηδυσπρόσιτο
Κλητικήδυσπρόσιτεδυσπρόσιτηδυσπρόσιτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυσπρόσιτοιδυσπρόσιτεςδυσπρόσιτα
Γενικήδυσπρόσιτωνδυσπρόσιτωνδυσπρόσιτων
Αιτιατικήδυσπρόσιτουςδυσπρόσιτεςδυσπρόσιτα
Κλητικήδυσπρόσιτοιδυσπρόσιτεςδυσπρόσιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →