Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευπρόσιτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που προσεγγίζεται εύκολα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ευπρόσιτος < αρχαία ελληνική εὐπρόσιτος < εὖ + προσιτός < πρόσειμι < εἶμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ey-

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευπρόσιτοςευπρόσιτηευπρόσιτο
Γενικήευπρόσιτουευπρόσιτηςευπρόσιτου
Αιτιατικήευπρόσιτοευπρόσιτηευπρόσιτο
Κλητικήευπρόσιτεευπρόσιτηευπρόσιτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήευπρόσιτοιευπρόσιτεςευπρόσιτα
Γενικήευπρόσιτωνευπρόσιτωνευπρόσιτων
Αιτιατικήευπρόσιτουςευπρόσιτεςευπρόσιτα
Κλητικήευπρόσιτοιευπρόσιτεςευπρόσιτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →