δυσφορώ
•
- αισθάνομαι δυσφορία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσφορώ < αρχαία ελληνική δυσφορέω / δυσφορῶ < δυσ- + φέρω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δυσφορώ | δυσφορείς | δυσφορεί | δυσφορούμε | δυσφορείτε | δυσφορούν / δυσφορούνε |
| Παρατατικός | δυσφορούσα | δυσφορούσες | δυσφορούσε | δυσφορούσαμε | δυσφορούσατε | δυσφορούσαν / δυσφορούσανε |
| Αόριστος | δυσφόρησα | δυσφόρησες | δυσφόρησε | δυσφορήσαμε | δυσφορήσατε | δυσφορήσαν / δυσφορήσανε / δυσφόρησαν |
| Μέλλοντας | θα δυσφορήσω / θα δυσφορώ | θα δυσφορήσεις / θα δυσφορείς | θα δυσφορήσει / θα δυσφορεί | θα δυσφορήσουμε / θα δυσφορούμε | θα δυσφορήσετε / θα δυσφορείτε | θα δυσφορήσουν / θα δυσφορήσουνε / θα δυσφορούν / θα δυσφορούνε |
| Παρακείμενος | έχω δυσφορήσει | έχεις δυσφορήσει | έχει δυσφορήσει | έχουμε δυσφορήσει | έχετε δυσφορήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δυσφορήσει | είχες δυσφορήσει | είχε δυσφορήσει | είχαμε δυσφορήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δυσφορήσει / να δυσφορήσω / να δυσφορώ | να έχεις δυσφορήσει / να δυσφορήσεις / να δυσφορείς | να έχει δυσφορήσει / να δυσφορήσει / να δυσφορεί | να έχουμε δυσφορήσει / να δυσφορήσουμε / να δυσφορούμε | να έχετε δυσφορήσει / να δυσφορήσετε / να δυσφορείτε | να δυσφορήσουν / να δυσφορήσουνε / να δυσφορούν / να δυσφορούνε |
| Προστακτική | — | δυσφόρει / δυσφόρησε | — | — | δυσφορήστε / δυσφορείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →