αγανακτώ
•
- αμετάβατοθυμώνω πολύ, καταλαμβάνομαι από αγανάκτηση, δικαιολογημένο θυμό επειδή αδικούμαι ή ταλαιπωρούμαι αδικαιολόγητα Βικιλεξικό
- Τόσες ώρες στην αίθουσα αναμονής, αγανάκτησε ο άνθρωπος!
- αμετάβατοκουράζομαι πολύ μέχρι να κάνω κάτι Βικιλεξικό
- Αγανάκτησα μέχρι να πιάσω γραμμή με το εξωτερικό.
- μεταβατικόκάνω κάποιον να θυμώσει πολύ Βικιλεξικό
- τον αγανάκτησε αυτή η συμπεριφορά
Ετυμολογία
αγανακτώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀγανακτῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αγανακτώ | αγανακτείς | αγανακτεί | αγανακτούμε | αγανακτείτε | αγανακτούν / αγανακτούνε |
| Παρατατικός | αγανακτούσα | αγανακτούσες | αγανακτούσε | αγανακτούσαμε | αγανακτούσατε | αγανακτούσαν / αγανακτούσανε |
| Αόριστος | αγανάκτησα | αγανάκτησες | αγανάκτησε | αγανακτήσαμε | αγανακτήσατε | αγανάκτησαν / αγανακτήσαν / αγανακτήσανε |
| Μέλλοντας | θα αγανακτήσω / θα αγανακτώ | θα αγανακτήσεις / θα αγανακτείς | θα αγανακτήσει / θα αγανακτεί | θα αγανακτήσουμε / θα αγανακτούμε | θα αγανακτήσετε / θα αγανακτείτε | θα αγανακτήσουν / θα αγανακτήσουνε / θα αγανακτούν / θα αγανακτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αγανακτήσει | έχεις αγανακτήσει | έχει αγανακτήσει | έχουμε αγανακτήσει | έχετε αγανακτήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αγανακτήσει | είχες αγανακτήσει | είχε αγανακτήσει | είχαμε αγανακτήσει | είχατε αγανακτήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω αγανακτήσει / να αγανακτήσω / να αγανακτώ | να έχεις αγανακτήσει / να αγανακτήσεις / να αγανακτείς | να έχει αγανακτήσει / να αγανακτήσει / να αγανακτεί | να έχουμε αγανακτήσει / να αγανακτήσουμε / να αγανακτούμε | να έχετε αγανακτήσει / να αγανακτήσετε / να αγανακτείτε | να αγανακτήσουν / να αγανακτήσουνε / να αγανακτούν / να αγανακτούνε |
| Προστακτική | — | αγανάκτησε | — | — | αγανακτήστε / αγανακτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →