δωρίζω
•
- κάνω δώρο Βικιλεξικό
- Τό φωτογράφημα τοῦτο μοὶ ἐδωρήθη ὑπὸ τῆς βασιλόπαιδος Σοφίας, τις δέ ποτε ἤθελε πιστεύσει (Ι. Βαρλαάμ, Ο Βολεσλάος ή Ο κλέπτης των ανακτόρων (μετάφρασις εκ του Ιταλικού), τυπογρ. Φιλοκαλίας, Λάρνακι (Κύπρου), 1892, σελ. 168)
- κάνω μια δωρεά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δωρίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δωρίζω < δῶρ(ον) + -ίζω ή δώρ(ο) + -ίζω Περισσότερα στον ελληνιστικό τύπο δωριεῖται. Διαφορετικό το αρχαίο Δωρίζω (< Δωριεύς).
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δωρίζω | δωρίζεις | δωρίζει | δωρίζουμε | δωρίζετε | δωρίζουν / δωρίζουνε |
| Παρατατικός | δώριζα | δώριζες | δώριζε | δωρίζαμε | δωρίζατε | δωρίζαν / δωρίζανε / δώριζαν |
| Αόριστος | δώρισα | δώρισες | δώρισε | δωρίσαμε | δωρίσατε | δωρίσαν / δωρίσανε / δώρισαν |
| Μέλλοντας | θα δωρίζω / θα δωρίσω | θα δωρίζεις / θα δωρίσεις | θα δωρίζει / θα δωρίσει | θα δωρίζουμε / θα δωρίσουμε | θα δωρίζετε / θα δωρίσετε | θα δωρίζουν / θα δωρίζουνε / θα δωρίσουν / θα δωρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δωρίσει | έχεις δωρίσει | έχει δωρίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δωρίσει | είχες δωρίσει | είχε δωρίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δωρίσει / να δωρίζω / να δωρίσω | να έχεις δωρίσει / να δωρίζεις / να δωρίσεις | να έχει δωρίσει / να δωρίζει / να δωρίσει | να δωρίζουμε / να δωρίσουμε | να δωρίζετε / να δωρίσετε | να δωρίζουν / να δωρίζουνε / να δωρίσουν / να δωρίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε δωρισμένο / δώριζε / δώρισε | — | — | δωρίζετε / δωρίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δωρίστηκαδωρίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →