δωρικός
•
- σχετικός με τους Δωριείς Βικιλεξικό
- αρχαιολογίαπου αναφέρεται στον δωρικό ρυθμό Βικιλεξικό
- δωρικό κιονόκρανο
- μεταφορικάλιτός, σοβαρός και επιβλητικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δωρικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Δωρικός < Δωρι(εύς) + -ικός : (αρχιτεκτονικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική ordre dorique & γερμανική dorischer Stil
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωρικός | δωρική | δωρικό |
| Γενική | δωρικού | δωρικής | δωρικού |
| Αιτιατική | δωρικό | δωρική | δωρικό |
| Κλητική | δωρικέ | δωρική | δωρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δωρικοί | δωρικές | δωρικά |
| Γενική | δωρικών | δωρικών | δωρικών |
| Αιτιατική | δωρικούς | δωρικές | δωρικά |
| Κλητική | δωρικοί | δωρικές | δωρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →