δόμημα
•
- λόγιοκατασκευασμένο υλικό σύνολο με οργανωμένη δομή και σταθερή μορφή, το οποίο προκύπτει από πράξη δόμησης και λειτουργεί ως ενιαία αρχιτεκτονική ή τεχνική οντότητα Βικιλεξικό
- Στη νέα αυτή διαλεκτική σχέση υπαίθριων χώρων και κτηίων, το νέο δόμημα θα έχει χαμηλό ύψος, ώστε να ανταποκρίνεται στην κλίμακα των παιδιών, αλλά και να υποχωρεί στην κεντροβαρική, εμβληματική παρουσία του ιστορικού κτίσματος. (Έπαινος: Ελένειον Δημόσιο Νηπιαγωγείο, Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου, 10/04/2024 https://architecture.org.cy/epainos-eleneion-dimosio-nipiagogeio/)
Ετυμολογία
δόμημα < ελληνιστική κοινή δόμημα < δομέω < αρχαία ελληνική δόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δόμημα | δομήματα |
| Γενική | δομήματος | δομημάτων |
| Αιτιατική | δόμημα | δομήματα |
| Κλητική | δόμημα | δομήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →