δύνη
•
- φυσικήμονάδα που μετρά τη δύναμη που ασκείται σ’ ένα σώμα και το επιταχύνει ένα εκατοστό ανά δευτερόλεπτο εις το τετράγωνο (=1 cm/sec²) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δύνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dyne < dyname < αρχαία ελληνική δύναμις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δύνη | δύνες |
| Γενική | δύνης | δυνών |
| Αιτιατική | δύνη | δύνες |
| Κλητική | δύνη | δύνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →