Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δύνη

/ˈði.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυσικήμονάδα που μετρά τη δύναμη που ασκείται σ’ ένα σώμα και το επιταχύνει ένα εκατοστό ανά δευτερόλεπτο εις το τετράγωνο (=1 cm/sec²) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δύνη < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dyne < dyname < αρχαία ελληνική δύναμις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδύνηδύνες
Γενικήδύνηςδυνών
Αιτιατικήδύνηδύνες
Κλητικήδύνηδύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →