δύσβατος
•
- που με δυσκολία μπορεί κάποιος να τον περάσει, να τον διαβεί, επειδή είναι παρουσιάζει πολλά φυσικά εμπόδια Βικιλεξικό
- Ένα στενό και δύσβατο μονοπάτι, πνιγμένο στα βάτα.
- Ο κοινοτικός σύμβουλος Αβδέλλης Ζήσης Βέρρος στις 19-5-35 απευθυνόμενος στον Έπαρχο Γρεβενών ως πρόεδρο του Ε.Τ.Ε.Ο (Επαρχιακό Ταμείο Εθνικής Οδοποιίας) Γρεβενών αναφέρει ότι την κοινότητα Αβδέλλης διαρρέει ορμητικός ποταμός, σχηματιζόμενος από τα γύρω βουνά ο οποίος καθίσταται δύσβατος, κύρια την άνοιξη που οι χιόνες τήκονται και το φθινόπωρο με τις βροχές με αποτέλεσμα η διάβαση για πολλές ημέρες καθίσταται αδύνατος. (Αβδέλλα Γρεβενών – Από το βιβλίο του Βασίλη Αποστόλου «ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΓΡΕΒΕΝΩΝ», grevenamedia.gr, 19/5/2017 https://grevenamedia.gr/avdella-grevenon-apo-to-vivlio-tou-vasili-apostolou-ikismi-grevenon/)
Ετυμολογία
δύσβατος < αρχαία ελληνική δύσβατος < δυσ- + βαίνω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσβατος | δύσβατη | δύσβατο |
| Γενική | δύσβατου | δύσβατης | δύσβατου |
| Αιτιατική | δύσβατο | δύσβατη | δύσβατο |
| Κλητική | δύσβατε | δύσβατη | δύσβατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσβατοι | δύσβατες | δύσβατα |
| Γενική | δύσβατων | δύσβατων | δύσβατων |
| Αιτιατική | δύσβατους | δύσβατες | δύσβατα |
| Κλητική | δύσβατοι | δύσβατες | δύσβατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →