δύσηχος
•
- παρωχημένοκακόηχος (με την ελληνιστική σημασία ) Βικιλεξικό
- (καθαρεύουσα) Ο βλάχος, μακεδών βλάχος, με μικρόν καλπάκι, μόλις στηριζόμενον επί της κορυφής της κεφαλής του, παμμέλαιναν πυκνήν κόμην, ανήμερον, ακανθώδη γένεια πλαισιώνοντα την ηλιοκαμμένην όψιν του, ψηλός, φουστανελλάς, στεκόμενος εν μέσω, εις το κέντρον, κρούει δια των δακτύλων του το ντέφι που βαστά εις την παλάμην του, και τραγουδεί ανώμαλον και άξεστον και δύσηχον τραγούδι, με ξενίζοντα σκοπόν, αγνώστους λέξεις, ακατάληπτον την έννοιαν.
Ετυμολογία
δύσηχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δύσηχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσηχος | δύσηχη | δύσηχο |
| Γενική | δύσηχου | δύσηχης | δύσηχου |
| Αιτιατική | δύσηχο | δύσηχη | δύσηχο |
| Κλητική | δύσηχε | δύσηχη | δύσηχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δύσηχοι | δύσηχες | δύσηχα |
| Γενική | δύσηχων | δύσηχων | δύσηχων |
| Αιτιατική | δύσηχους | δύσηχες | δύσηχα |
| Κλητική | δύσηχοι | δύσηχες | δύσηχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →