Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δύσηχος

/ˈði.si.xos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοκακόηχος (με την ελληνιστική σημασία ) Βικιλεξικό
    • (καθαρεύουσα) Ο βλάχος, μακεδών βλάχος, με μικρόν καλπάκι, μόλις στηριζόμενον επί της κορυφής της κεφαλής του, παμμέλαιναν πυκνήν κόμην, ανήμερον, ακανθώδη γένεια πλαισιώνοντα την ηλιοκαμμένην όψιν του, ψηλός, φουστανελλάς, στεκόμενος εν μέσω, εις το κέντρον, κρούει δια των δακτύλων του το ντέφι που βαστά εις την παλάμην του, και τραγουδεί ανώμαλον και άξεστον και δύσηχον τραγούδι, με ξενίζοντα σκοπόν, αγνώστους λέξεις, ακατάληπτον την έννοιαν.

Ετυμολογία

δύσηχος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δύσηχος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδύσηχοςδύσηχηδύσηχο
Γενικήδύσηχουδύσηχηςδύσηχου
Αιτιατικήδύσηχοδύσηχηδύσηχο
Κλητικήδύσηχεδύσηχηδύσηχο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδύσηχοιδύσηχεςδύσηχα
Γενικήδύσηχωνδύσηχωνδύσηχων
Αιτιατικήδύσηχουςδύσηχεςδύσηχα
Κλητικήδύσηχοιδύσηχεςδύσηχα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →