δύων
•
- για τον ήλιο ή άλλο ουράνιο σώμαπου δύει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δύων < αρχαία ελληνική δύων μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος δύω
Άλλοι τύποι
δυουσώνδυούσηςδυόντωνδύονδύονταδύοντεςδύοντοςδύουσαδύουσαςδύουσεςδύων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →