είσδυση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισδύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
είσδυση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἴσδυ(σις) + -ση < → δείτε τη λέξη εἰσδύνω < εἰς + δύνω / δύω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | είσδυση | εισδύσεις |
| Γενική | είσδυσης | εισδύσεων |
| Αιτιατική | είσδυση | εισδύσεις |
| Κλητική | είσδυση | εισδύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →