εαρινός
•
- που αναφέρεται ή ανήκει στο έαρ, την άνοιξη ή συμβαίνει αυτήν την εποχή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εαρινός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εαρινός | εαρινή | εαρινό |
| Γενική | εαρινού | εαρινής | εαρινού |
| Αιτιατική | εαρινό | εαρινή | εαρινό |
| Κλητική | εαρινέ | εαρινή | εαρινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εαρινοί | εαρινές | εαρινά |
| Γενική | εαρινών | εαρινών | εαρινών |
| Αιτιατική | εαρινούς | εαρινές | εαρινά |
| Κλητική | εαρινοί | εαρινές | εαρινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →