Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εβενουργία

/e.ve.nuɾˈʝi.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η επεξεργασία του έβενου και η κατασκευή αντικειμένων ή έργων τέχνης απ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εβενουργία < εβενουργός + -ία < έβενος + -ουργός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεβενουργίαεβενουργίες
Γενικήεβενουργίαςεβενουργιών
Αιτιατικήεβενουργίαεβενουργίες
Κλητικήεβενουργίαεβενουργίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →