εβενουργία
•
- η επεξεργασία του έβενου και η κατασκευή αντικειμένων ή έργων τέχνης απ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εβενουργία < εβενουργός + -ία < έβενος + -ουργός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εβενουργία | εβενουργίες |
| Γενική | εβενουργίας | εβενουργιών |
| Αιτιατική | εβενουργία | εβενουργίες |
| Κλητική | εβενουργία | εβενουργίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →