εγγράφω
•
- γράφω (με επίσημο τρόπο) κάποιον ή κάτι σε μια κατάσταση, κατάλογο ή σε κάποιο (λογιστικό) βιβλίο / έγγραφο Βικιλεξικό
- συγκαταλέγω κάποιον ή κάτι μαζί με άλλα όμοιά τους Βικιλεξικό
- καταγράφω εικόνα ή ήχο σε κατάλληλο μέσο Βικιλεξικό
- γεωμετρίασχηματίζω ένα γεωμετρικό σχήμα μέσα σε άλλο, με τρόπο ώστε κάποια σημεία ή γραμμές τους να είναι κοινά Βικιλεξικό
- πληροφορικήburn: πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγγράφω < αρχαία ελληνική ἐγγράφω (σε ορισμένες σημασίες: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική inscrire)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγγράφω | εγγράφεις | εγγράφει | εγγράφουμε | εγγράφετε | εγγράφουν / εγγράφουνε |
| Παρατατικός | ενέγραφα | ενέγραφες | ενέγραφε | εγγράφαμε | εγγράφατε | εγγράφαν / εγγράφανε / ενέγραφαν |
| Αόριστος | ενέγραψα | ενέγραψες | ενέγραψε | εγγράψαμε | εγγράψατε | εγγράψαν / εγγράψανε / ενέγραψαν |
| Μέλλοντας | θα εγγράφω / θα εγγράψω | θα εγγράφεις / θα εγγράψεις | θα εγγράφει / θα εγγράψει | θα εγγράφουμε / θα εγγράψουμε | θα εγγράφετε / θα εγγράψετε | θα εγγράφουν / θα εγγράφουνε / θα εγγράψουν / θα εγγράψουνε |
| Παρακείμενος | έχω εγγράψει | έχεις εγγράψει | έχει εγγράψει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγγράψει | είχες εγγράψει | είχε εγγράψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγγράψει / να εγγράφω / να εγγράψω | να έχεις εγγράψει / να εγγράφεις / να εγγράψεις | να έχει εγγράψει / να εγγράφει / να εγγράψει | να εγγράφουμε / να εγγράψουμε | να εγγράφετε / να εγγράψετε | να εγγράφουν / να εγγράφουνε / να εγγράψουν / να εγγράψουνε |
| Προστακτική | — | έγγραφε / έγγραψε / έχε εγγραμμένο | — | — | εγγράφετε / εγγράψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →