εγκαθιστώ
•
- τοποθετώ κάτι σε μια μόνιμη θέση Βικιλεξικό
- λογισμικόαποθηκεύω όλα τα απαραίτητα εκτελέσιμα αρχεία και βιβλιοθήκες ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή και εγγράφω όλες τις απαραίτητες ρυθμίσεις στο μητρώο ή στα αρχεία ρυθμίσεων του λειτουργικού συστήματος, ώστε αυτό να λειτουργεί κανονικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαθιστώ < αρχαία ελληνική ἐγκαθίστημι < ἐν + κατά + ἵστημι
Άλλοι τύποι
εγκαθίσταμαιεγκαθιστούσαεγκατέστησαεγκαταστήσωεγκατεστημένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →