Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαινιασμός

/eŋ.ɟe.ni.aˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκαινιάζω Βικιλεξικό
  2. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εγκαινιάζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαινιασμός < ελληνιστική κοινή ἐγκαινιασμός / ἐγκαινισμός < ἐγκαινίζω < αρχαία ελληνική ἐν + καινίζω < καινός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκαινιασμόςεγκαινιασμοί
Γενικήεγκαινιασμούεγκαινιασμών
Αιτιατικήεγκαινιασμόεγκαινιασμούς
Κλητικήεγκαινιασμέεγκαινιασμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →