Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαλώ

/eŋ.ɡaˈlo/ρήμα
•
  1. νομικός όροςζητώ (με καταγγελία) από αρμόδια αρχή (εισαγγελία, αστυνομία, λιμενικό κ.λπ.) την ποινική δίωξη κάποιου, που έκανε εις βάρος μου αξιόποινη πράξη η οποία δεν διώκεται αυτεπαγγέλτως Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηκατηγορώ, καταγγέλλω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκαλῶ, συνηρημένος τύπος του ἐγκαλέω < ἐν + καλέω / καλῶ

Άλλοι τύποι

εγκαλούμαιεγκαλούσαεγκλήθηκαεκγάλεσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →