εγκαλώ
•
- νομικός όροςζητώ (με καταγγελία) από αρμόδια αρχή (εισαγγελία, αστυνομία, λιμενικό κ.λπ.) την ποινική δίωξη κάποιου, που έκανε εις βάρος μου αξιόποινη πράξη η οποία δεν διώκεται αυτεπαγγέλτως Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκατηγορώ, καταγγέλλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαλώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκαλῶ, συνηρημένος τύπος του ἐγκαλέω < ἐν + καλέω / καλῶ
Άλλοι τύποι
εγκαλούμαιεγκαλούσαεγκλήθηκαεκγάλεσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →