Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανέγκλητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. νομικός όροςπου δεν είναι δυνατόν να κατηγορηθεί, να τον εγκαλέσουμε Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανέγκλητος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνέγκλητος < ἀν- στερητικό + ἐγκαλέω / ἐγκαλῶ < καλέω / καλῶ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέγκλητοςανέγκλητηανέγκλητο
Γενικήανέγκλητουανέγκλητηςανέγκλητου
Αιτιατικήανέγκλητοανέγκλητηανέγκλητο
Κλητικήανέγκλητεανέγκλητηανέγκλητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανέγκλητοιανέγκλητεςανέγκλητα
Γενικήανέγκλητωνανέγκλητωνανέγκλητων
Αιτιατικήανέγκλητουςανέγκλητεςανέγκλητα
Κλητικήανέγκλητοιανέγκλητεςανέγκλητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →