Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαυστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εγκαυστική ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαυστικός < ελληνιστική κοινή ἐγκαυστικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκαυστικόςεγκαυστικήεγκαυστικό
Γενικήεγκαυστικούεγκαυστικήςεγκαυστικού
Αιτιατικήεγκαυστικόεγκαυστικήεγκαυστικό
Κλητικήεγκαυστικέεγκαυστικήεγκαυστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκαυστικοίεγκαυστικέςεγκαυστικά
Γενικήεγκαυστικώνεγκαυστικώνεγκαυστικών
Αιτιατικήεγκαυστικούςεγκαυστικέςεγκαυστικά
Κλητικήεγκαυστικοίεγκαυστικέςεγκαυστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →