καίω
•
- προκαλώ με φλόγα την καύση ενός αντικειμένου ή υλικού Βικιλεξικό
- καταστρέφω με τη φωτιά Βικιλεξικό
- Οι κατακτητές έκαψαν το χωριό μας.
- καυτηριάζω Βικιλεξικό
- μεταφορικά, πληροφορική πραγματοποιώ (μόνιμη) εγγραφή σε μνήμες μίας χρήσης όπως CD, DVD, ROM. Ο όρος χρησιμοποιείται μεταφορικά γιατί οι μνήμες δεν μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν. Βικιλεξικό
- Κάψε τα αρχεία σε ένα CD και πάρτα μαζί σου!
- μεταφορικάβασανίζω Βικιλεξικό
- τον καίει το παράπονο
- αμετάβατογια την ίδια τη φωτιά ή άλλο αντικείμενο που καίγεται Βικιλεξικό
- Δύο ώρες μετά την άφιξη της Πυροσβεστικής η φωτιά έκαιγε ακόμα.
- Τα ξύλα στο τζάκι έκαιγαν και η ατμόσφαιρα ήταν ζεστή.
- για αντικείμενοέχω αναπτύξει ή εκπέμπω ψηλή θερμοκρασία Βικιλεξικό
- Πήγε να πιάσει την κατσαρόλα, αλλά έκαιγε και τράβηξε γρήγορα το χέρι του.
- για πρόσωποείμαι πολύ ζεστός, έχω πυρετό Βικιλεξικό
- και δείτε το παθητικό καίγομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καίω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική καίω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καίω | καις | καίει | καίμε | καίτε | καίνε |
| Παρατατικός | έκαιγα | έκαιγες | έκαιγε | καίγαμε | καίγατε | έκαιγαν / καίγανε |
| Αόριστος | έκαψα | έκαψες | έκαψε | κάψαμε | κάψατε | έκαψαν / κάψαν / κάψανε |
| Μέλλοντας | θα κάψω / θα καίω | θα κάψεις / θα καις | θα κάψει / θα καίει | θα κάψουμε / θα καίμε | θα κάψετε / θα καίτε | θα κάψουν / θα κάψουνε / θα καίνε |
| Παρακείμενος | έχω κάψει | έχεις κάψει | έχει κάψει | έχουμε κάψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κάψει | είχες κάψει | είχε κάψει | είχαμε κάψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κάψει / να κάψω / να καίω | να έχεις κάψει / να κάψεις / να καις | να έχει κάψει / να κάψει / να καίει | να έχουμε κάψει / να κάψουμε / να καίμε | να κάψετε / να καίτε | να κάψουν / να κάψουνε / να καίνε |
| Προστακτική | — | κάψε / καίγε | — | — | κάψτε / καίγετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →