εγκιβωτίζω
•
- κλείνω σ’ ένα κιβώτιο Βικιλεξικό
- λογοτεχνίαπερικλείω μια αφήγηση μέσα σε μια άλλη Βικιλεξικό
- Με φόντο τον ήχο του οικείου και του αγνώστου η ποιήτρια ανακαλεί γνώριμες εικόνες και παιδικούς εφιάλτες, εγκιβωτίζει ιστορίες και κάνει προσεκτικούς χειρισμούς όταν εμβολιάζει τον λόγο της με απόηχους αναγνώσεων. (* εφημερίδα Καθημερινή)
- μηχανικήπεριφράσσω υδατοστεγώς (προσωρινά) κάποιο χώρο μέσα σε υδάτινο περιβάλλον (ποτάμι, λίμνη...), προκειμένου να φτιαχτούν οι βάσεις μιας υπερκείμενης κατασκευής (γέφυρα κ.λπ.) Βικιλεξικό
- μηχανικήπερικλείω κάτι μέσα σε κιβωτιόσχημη κατασκευή Βικιλεξικό
- Έντονος είναι ο προβληματισμός για τη συγκέντρωση υδάτων σε δύο μικρά ποτάμια, τα οποία περνούν από το κέντρο του χωριού. Το ένα το έχουμε εγκιβωτίσει αλλά αποκλείεται να χωρέσει τα νερά και πολύ φοβάμαι ότι θα υπερχειλίσει. (* εφημερίδα Καθημερινή)
- αρχιτεκτονικήπερικλείω μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε μια άλλη Βικιλεξικό
- Η μικρή κλίση πετυχαίνει δύο βασικούς στόχους της προμελέτης: το τέλος του περιπάτου αποκαλύπτει ένα θεαματικό belvedere προς τη θάλασσα και εγκιβωτίζει σημαντικό μέρος του κτιριακού όγκου κάτω από το πάρκο. (* εφημερίδα Καθημερινή)
- Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)
Ετυμολογία
εγκιβωτίζω < (εν-) εγ- + κιβώτιο + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγκιβωτίζω | εγκιβωτίζεις | εγκιβωτίζει | εγκιβωτίζουμε | εγκιβωτίζετε | εγκιβωτίζουν / εγκιβωτίζουνε |
| Παρατατικός | εγκιβώτιζα | εγκιβώτιζες | εγκιβώτιζε | εγκιβωτίζαμε | εγκιβωτίζατε | εγκιβωτίζαν / εγκιβωτίζανε / εγκιβώτιζαν |
| Αόριστος | εγκιβώτισα | εγκιβώτισες | εγκιβώτισε | εγκιβωτίσαμε | εγκιβωτίσατε | εγκιβωτίσαν / εγκιβωτίσανε / εγκιβώτισαν |
| Μέλλοντας | θα εγκιβωτίζω / θα εγκιβωτίσω | θα εγκιβωτίζεις / θα εγκιβωτίσεις | θα εγκιβωτίζει / θα εγκιβωτίσει | θα εγκιβωτίζουμε / θα εγκιβωτίσουμε | θα εγκιβωτίζετε / θα εγκιβωτίσετε | θα εγκιβωτίζουν / θα εγκιβωτίζουνε / θα εγκιβωτίσουν / θα εγκιβωτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εγκιβωτίσει | έχεις εγκιβωτίσει | έχει εγκιβωτίσει | έχουμε εγκιβωτίσει | έχετε εγκιβωτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγκιβωτίσει | είχες εγκιβωτίσει | είχε εγκιβωτίσει | είχαμε εγκιβωτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζω / να εγκιβωτίσω | να έχεις εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζεις / να εγκιβωτίσεις | να έχει εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζει / να εγκιβωτίσει | να έχουμε εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζουμε / να εγκιβωτίσουμε | να έχετε εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζετε / να εγκιβωτίσετε | να εγκιβωτίζουν / να εγκιβωτίζουνε / να εγκιβωτίσουν / να εγκιβωτίσουνε |
| Προστακτική | — | εγκιβώτιζε / εγκιβώτισε | — | — | εγκιβωτίζετε / εγκιβωτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →