Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκιβωτίζω

ρήμα
•
  1. κλείνω σ’ ένα κιβώτιο Βικιλεξικό
  2. λογοτεχνίαπερικλείω μια αφήγηση μέσα σε μια άλλη Βικιλεξικό
    • Με φόντο τον ήχο του οικείου και του αγνώστου η ποιήτρια ανακαλεί γνώριμες εικόνες και παιδικούς εφιάλτες, εγκιβωτίζει ιστορίες και κάνει προσεκτικούς χειρισμούς όταν εμβολιάζει τον λόγο της με απόηχους αναγνώσεων. (* εφημερίδα Καθημερινή)
  3. μηχανικήπεριφράσσω υδατοστεγώς (προσωρινά) κάποιο χώρο μέσα σε υδάτινο περιβάλλον (ποτάμι, λίμνη...), προκειμένου να φτιαχτούν οι βάσεις μιας υπερκείμενης κατασκευής (γέφυρα κ.λπ.) Βικιλεξικό
  4. μηχανικήπερικλείω κάτι μέσα σε κιβωτιόσχημη κατασκευή Βικιλεξικό
    • Έντονος είναι ο προβληματισμός για τη συγκέντρωση υδάτων σε δύο μικρά ποτάμια, τα οποία περνούν από το κέντρο του χωριού. Το ένα το έχουμε εγκιβωτίσει αλλά αποκλείεται να χωρέσει τα νερά και πολύ φοβάμαι ότι θα υπερχειλίσει. (* εφημερίδα Καθημερινή)
  5. αρχιτεκτονικήπερικλείω μια αρχιτεκτονική κατασκευή σε μια άλλη Βικιλεξικό
    • Η μικρή κλίση πετυχαίνει δύο βασικούς στόχους της προμελέτης: το τέλος του περιπάτου αποκαλύπτει ένα θεαματικό belvedere προς τη θάλασσα και εγκιβωτίζει σημαντικό μέρος του κτιριακού όγκου κάτω από το πάρκο. (* εφημερίδα Καθημερινή)
    • Το διάζωμα εξασφαλίστηκε από ολίσθηση με έξι αγκύρια διαμέτρου 20 χιλ . από ανοξείδωτο χάλυβα, τα οποία πακτώθηκαν στο έδαφος και εγκιβωτίστηκαν στο σκυρόδεμα. (Το αρχαιολογικό έργο στη Μακεδονία και Θράκη τόμος 13, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 559)

Ετυμολογία

εγκιβωτίζω < (εν-) εγ- + κιβώτιο + -ίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγκιβωτίζωεγκιβωτίζειςεγκιβωτίζειεγκιβωτίζουμεεγκιβωτίζετεεγκιβωτίζουν / εγκιβωτίζουνε
Παρατατικόςεγκιβώτιζαεγκιβώτιζεςεγκιβώτιζεεγκιβωτίζαμεεγκιβωτίζατεεγκιβωτίζαν / εγκιβωτίζανε / εγκιβώτιζαν
Αόριστοςεγκιβώτισαεγκιβώτισεςεγκιβώτισεεγκιβωτίσαμεεγκιβωτίσατεεγκιβωτίσαν / εγκιβωτίσανε / εγκιβώτισαν
Μέλλονταςθα εγκιβωτίζω / θα εγκιβωτίσωθα εγκιβωτίζεις / θα εγκιβωτίσειςθα εγκιβωτίζει / θα εγκιβωτίσειθα εγκιβωτίζουμε / θα εγκιβωτίσουμεθα εγκιβωτίζετε / θα εγκιβωτίσετεθα εγκιβωτίζουν / θα εγκιβωτίζουνε / θα εγκιβωτίσουν / θα εγκιβωτίσουνε
Παρακείμενοςέχω εγκιβωτίσειέχεις εγκιβωτίσειέχει εγκιβωτίσειέχουμε εγκιβωτίσειέχετε εγκιβωτίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εγκιβωτίσειείχες εγκιβωτίσειείχε εγκιβωτίσειείχαμε εγκιβωτίσει——
Υποτακτικήνα έχω εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζω / να εγκιβωτίσωνα έχεις εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζεις / να εγκιβωτίσειςνα έχει εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζει / να εγκιβωτίσεινα έχουμε εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζουμε / να εγκιβωτίσουμενα έχετε εγκιβωτίσει / να εγκιβωτίζετε / να εγκιβωτίσετενα εγκιβωτίζουν / να εγκιβωτίζουνε / να εγκιβωτίσουν / να εγκιβωτίσουνε
Προστακτική—εγκιβώτιζε / εγκιβώτισε——εγκιβωτίζετε / εγκιβωτίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →