Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκιβωτισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. η τοποθέτηση ενός αντικειμένου μέσα σε ένα κιβώτιο - κουτί, η ενέργεια με την οποία ένα αντικείμενο συσκευάζεται για να αποσταλεί στον παραλήπτη Βικιλεξικό
  2. φιλολογίαη αφηγηματική τεχνική κατά την οποία μία αφήγηση εμπεριέχει μία άλλη ως διακριτό τμήμα της Βικιλεξικό
    • στην ομηρική Οδύσσεια, η τριτοπρόσωπη αφήγηση των περιπετειών του Οδυσσέα, από το νησί της Καλυψούς μέχρι την επιστροφή του στην Ιθάκη, περιέχει ως εγκιβωτισμό την εξιστόρηση όλων των προηγούμενων ταξιδιών του από τον ίδιο τον ήρωα, όταν αυτός βρίσκεται στο νησί των Φαιάκων.
    • ...ένας ιστορικός εγκιβωτισμός έρχεται να προστεθεί στην ουρά του ποιήματος . Ό, τι πριν ήταν λόγος ελεγκτικός του εαυτού , τώρα παρουσιάζεται ως απόσπασμα επιστολής ενός καλοζωισμένου Συρακούσιου νέου του 9ου μ.Χ. αιώνα , στην εποχή ενός ηγεμόνα που είχε κατηγορηθεί ο ίδιος για ασωτία (Δημήτρης Παπανικολάου, "Σαν κ' εμένα καμωμένοι": Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας, εκδ. Πατάκης, 2014)
  3. τεχνολογίατεχνική για τη θεμελίωση κατασκευών μέσα στο νερό. Πρώτα απομονώνεται μια έκταση του πυθμένα με υδατοστεγή φράγματα και κατόπιν αντλείται το νερό από την εγκιβωτισμένη περιοχή, ώστε να μπορούν να συνεχιστούν εκεί οι εργασίες θεμελίωσης του έργου Βικιλεξικό
    • ο εγκιβωτισμός του ποταμού Γιαννακάκη και η συνακόλουθη δημιουργία αναβαθμίδων προσέφερε αρκετά ομαλό χώρο στην είσοδο των σπηλαίων, καθιστώντας τα έτσι ιδανικούς χώρους εγκατάστασης (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, 2002, Υπουργείο Πολιτισμού, σελ. 28)

Ετυμολογία

εγκιβωτισμός < εγκιβωτίζω εγ-κιβωτισ- + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκιβωτισμόςεγκιβωτισμοί
Γενικήεγκιβωτισμούεγκιβωτισμών
Αιτιατικήεγκιβωτισμόεγκιβωτισμούς
Κλητικήεγκιβωτισμέεγκιβωτισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →