εγκλείω
•
- κλείνω, περιορίζω, φυλακίζω Βικιλεξικό
- κλείνω μέσα σε φάκελο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριλαμβάνω, εμπεριέχω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκλείω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκλείω < ἐγ- (ἐν-) + κλείω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →