έγκλεισμα
•
- γεωλογίαξένο μικροσκοπικό σώμα σε διάφορες μορφές (στερεή, υγρή, αέρια) που έχει εγκλειστεί / εγκλωβιστεί σε κρυστάλλους ορυκτών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
έγκλεισμα < εγκλείω: έγ- + κλεισ- + -μα < αρχαία ελληνική ἐγκλείω < κλείω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έγκλεισμα | εγκλείσματα |
| Γενική | εγκλείσματος | εγκλεισμάτων |
| Αιτιατική | έγκλεισμα | εγκλείσματα |
| Κλητική | έγκλεισμα | εγκλείσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →