εγκληματίας
•
- που έχει αποδεδειγμένα διαπράξει έγκλημα, βαρύ ποινικό αδίκημα Βικιλεξικό
- H εξάπλωση του Ιντερνετ έφερε την τεχνογνωσία της δικτυοπειρατείας (hacking) στα χέρια απατεώνων, η δράση και τα κίνητρα των οποίων δεν διαφέρουν από αυτά των κοινών εγκληματιών. Οικονομικό όφελος, ξέπλυμα χρήματος, κλοπές, πόλεμος συμφερόντων, δολιοφθορά, κατασκοπεία. (Δικτυοπειρατεία με νέες μεθόδους, εφημ. Καθημερινή, 21/11/2004 https://www.kathimerini.gr/society/201082/diktyopeirateia-me-nees-methodoys/)
- μεταφορικάπου έχει κάνει κάτι ηθικά απαράδεκτο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκληματίας < (έγκλημα) εγκληματ- + -ίας
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκληματίας | εγκληματίες |
| Γενική | εγκληματία | εγκληματιών |
| Αιτιατική | εγκληματία | εγκληματίες |
| Κλητική | εγκληματία | εγκληματίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →