Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκλητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με έγκληση ή αναφέρεται σ'αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκλητικός < ελληνιστική κοινή ἐγκλητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκλητικόςεγκλητικήεγκλητικό
Γενικήεγκλητικούεγκλητικήςεγκλητικού
Αιτιατικήεγκλητικόεγκλητικήεγκλητικό
Κλητικήεγκλητικέεγκλητικήεγκλητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεγκλητικοίεγκλητικέςεγκλητικά
Γενικήεγκλητικώνεγκλητικώνεγκλητικών
Αιτιατικήεγκλητικούςεγκλητικέςεγκλητικά
Κλητικήεγκλητικοίεγκλητικέςεγκλητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →