εγκυκλοπαιδικός
•
- που ανήκει ή αναφέρεται σε μια εγκυκλοπαίδεια Βικιλεξικό
- ένα εγκυκλοπαιδικό άρθρο
- που αναφέρεται σε ένα μεγάλο εύρος γνώσεων, που καλύπτει πολλές περιοχές του επιστητού Βικιλεξικό
- έχει ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση
Ετυμολογία
εγκυκλοπαιδικός < εγκυκλοπαίδ(εια) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκυκλοπαιδικός | εγκυκλοπαιδική | εγκυκλοπαιδικό |
| Γενική | εγκυκλοπαιδικού | εγκυκλοπαιδικής | εγκυκλοπαιδικού |
| Αιτιατική | εγκυκλοπαιδικό | εγκυκλοπαιδική | εγκυκλοπαιδικό |
| Κλητική | εγκυκλοπαιδικέ | εγκυκλοπαιδική | εγκυκλοπαιδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκυκλοπαιδικοί | εγκυκλοπαιδικές | εγκυκλοπαιδικά |
| Γενική | εγκυκλοπαιδικών | εγκυκλοπαιδικών | εγκυκλοπαιδικών |
| Αιτιατική | εγκυκλοπαιδικούς | εγκυκλοπαιδικές | εγκυκλοπαιδικά |
| Κλητική | εγκυκλοπαιδικοί | εγκυκλοπαιδικές | εγκυκλοπαιδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →