Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκυκλοπαιδισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προσπάθεια (με ενέργειες που ενέχουν το στοιχείο της υπερβολής) απόκτησης εγκυκλοπαιδικών γνώσεων και επιδεικτικής προβολής τους Βικιλεξικό
  2. η συστηματική προσπάθεια συγκέντρωσης επιστημονικών ή άλλων γνώσεων σε κάποιον ή κάποιους τομείς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκυκλοπαιδισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική encyclopédisme < encyclopédie (εγκυκλοπαίδεια) + -isme (-ισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκυκλοπαιδισμόςεγκυκλοπαιδισμοί
Γενικήεγκυκλοπαιδισμούεγκυκλοπαιδισμών
Αιτιατικήεγκυκλοπαιδισμόεγκυκλοπαιδισμούς
Κλητικήεγκυκλοπαιδισμέεγκυκλοπαιδισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →