Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκωμιαστής

/eŋ.ɡo.mi.aˈstis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που εγκωμιάζει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκωμιαστής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγκωμιαστής < ἐγκωμιάζω < → δείτε τη λέξη κῶμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεγκωμιαστήςεγκωμιαστές
Γενικήεγκωμιαστήεγκωμιαστών
Αιτιατικήεγκωμιαστήεγκωμιαστές
Κλητικήεγκωμιαστήεγκωμιαστές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →