εγκώμιο
•
- επαινετικός ύμνος ή γενικότερα λόγος Βικιλεξικό
- τα εγκώμια της Θεοτόκου
- Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2003, σελ. 89)
Ετυμολογία
εγκώμιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγκώμιον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἐγκώμιος < ἐν + κῶμος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκώμιο | εγκώμια |
| Γενική | εγκωμίου / εγκώμιου | εγκωμίων |
| Αιτιατική | εγκώμιο | εγκώμια |
| Κλητική | εγκώμιο | εγκώμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →