εγχάρακτος
•
- που γίνεται με εγχάραξη, με σκάλισμα Βικιλεξικό
- το αγγείο φέρει εγχάρακτη διακόσμηση
- που έχει σημάδια εγχάραξης, είτε πρόκειται για γραφή είτε για διακόσμηση Βικιλεξικό
- στην ανασκαφή βρεθηκαν εγχάρακτα όστρακα
Ετυμολογία
εγχάρακτος < εγχαράσσω + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχάρακτος | εγχάρακτη | εγχάρακτο |
| Γενική | εγχάρακτου | εγχάρακτης | εγχάρακτου |
| Αιτιατική | εγχάρακτο | εγχάρακτη | εγχάρακτο |
| Κλητική | εγχάρακτε | εγχάρακτη | εγχάρακτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχάρακτοι | εγχάρακτες | εγχάρακτα |
| Γενική | εγχάρακτων | εγχάρακτων | εγχάρακτων |
| Αιτιατική | εγχάρακτους | εγχάρακτες | εγχάρακτα |
| Κλητική | εγχάρακτοι | εγχάρακτες | εγχάρακτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →