εγχαράσσω
•
- λόγιοχαράζω με κάτι αιχμηρό σε μια σκληρή επιφάνεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγχαράσσω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγχαράσσω < αρχαία ελληνική ἐγ- + χαράσσω, ρίζα *χαρακ-
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγχαράσσω | εγχαράσσεις | εγχαράσσει | εγχαράσσουμε | εγχαράσσετε | εγχαράσσουν / εγχαράσσουνε |
| Παρατατικός | εγχάρασσα | εγχάρασσες | εγχάρασσε | εγχαράσσαμε | εγχαράσσατε | εγχάρασσαν / εγχαράσσαν / εγχαράσσανε |
| Αόριστος | εγχάραξα | εγχάραξες | εγχάραξε | εγχαράξαμε | εγχαράξατε | εγχάραξαν / εγχαράξαν / εγχαράξανε |
| Μέλλοντας | θα εγχαράξω / θα εγχαράσσω | θα εγχαράξεις / θα εγχαράσσεις | θα εγχαράξει / θα εγχαράσσει | θα εγχαράξουμε / θα εγχαράσσουμε | θα εγχαράξετε / θα εγχαράσσετε | θα εγχαράξουν / θα εγχαράξουνε / θα εγχαράσσουν / θα εγχαράσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εγχαράξει | έχεις εγχαράξει | έχει εγχαράξει | έχουμε εγχαράξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγχαράξει | είχες εγχαράξει | είχε εγχαράξει | είχαμε εγχαράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγχαράξει / να εγχαράξω / να εγχαράσσω | να έχεις εγχαράξει / να εγχαράξεις / να εγχαράσσεις | να έχει εγχαράξει / να εγχαράξει / να εγχαράσσει | να έχουμε εγχαράξει / να εγχαράξουμε / να εγχαράσσουμε | να εγχαράξετε / να εγχαράσσετε | να εγχαράξουν / να εγχαράξουνε / να εγχαράσσουν / να εγχαράσσουνε |
| Προστακτική | — | εγχάραξε / εγχάρασσε | — | — | εγχαράξτε / εγχαράσσετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εγχαράσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →