Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγχαράσσω

/eŋ.xaˈɾa.so/ρήμα
•
  1. λόγιοχαράζω με κάτι αιχμηρό σε μια σκληρή επιφάνεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγχαράσσω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγχαράσσω < αρχαία ελληνική ἐγ- + χαράσσω, ρίζα *χαρακ-

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγχαράσσωεγχαράσσειςεγχαράσσειεγχαράσσουμεεγχαράσσετεεγχαράσσουν / εγχαράσσουνε
Παρατατικόςεγχάρασσαεγχάρασσεςεγχάρασσεεγχαράσσαμεεγχαράσσατεεγχάρασσαν / εγχαράσσαν / εγχαράσσανε
Αόριστοςεγχάραξαεγχάραξεςεγχάραξεεγχαράξαμεεγχαράξατεεγχάραξαν / εγχαράξαν / εγχαράξανε
Μέλλονταςθα εγχαράξω / θα εγχαράσσωθα εγχαράξεις / θα εγχαράσσειςθα εγχαράξει / θα εγχαράσσειθα εγχαράξουμε / θα εγχαράσσουμεθα εγχαράξετε / θα εγχαράσσετεθα εγχαράξουν / θα εγχαράξουνε / θα εγχαράσσουν / θα εγχαράσσουνε
Παρακείμενοςέχω εγχαράξειέχεις εγχαράξειέχει εγχαράξειέχουμε εγχαράξει——
Υπερσυντέλικοςείχα εγχαράξειείχες εγχαράξειείχε εγχαράξειείχαμε εγχαράξει——
Υποτακτικήνα έχω εγχαράξει / να εγχαράξω / να εγχαράσσωνα έχεις εγχαράξει / να εγχαράξεις / να εγχαράσσειςνα έχει εγχαράξει / να εγχαράξει / να εγχαράσσεινα έχουμε εγχαράξει / να εγχαράξουμε / να εγχαράσσουμενα εγχαράξετε / να εγχαράσσετενα εγχαράξουν / να εγχαράξουνε / να εγχαράσσουν / να εγχαράσσουνε
Προστακτική—εγχάραξε / εγχάρασσε——εγχαράξτε / εγχαράσσετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εγχαράσσομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →